Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-σκόπιο < σκοπέω

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-σκόπιο

  1. δεύτερο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν κάποιο επιστημονικό όργανο εξέτασης και παρατήρησης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία