Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προκλητικότητα οι προκλητικότητες
      γενική της προκλητικότητας των προκλητικοτήτων
    αιτιατική την προκλητικότητα τις προκλητικότητες
     κλητική προκλητικότητα προκλητικότητες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προκλητικότητα < προκλητικός + -ότης/-ότητα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προκλητικότητα θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία