Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

spoil (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

spoil (en)

  1. (μεταβατικό) χαλάω κάτι (το καταστρέφω)
  2. (μεταβατικό) χαλάω κάποιον (τον κακομαθαίνω)
  3. (αμετάβατο) χαλάω (για φαγητό)