Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αδιαθεσία οι αδιαθεσίες
      γενική της αδιαθεσίας των αδιαθεσιών
    αιτιατική την αδιαθεσία τις αδιαθεσίες
     κλητική αδιαθεσία αδιαθεσίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδιαθεσία < αδιάθετος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αδιαθεσία θηλυκό

  1. ελαφριά ασθένεια μικρής διάρκειας
    ένιωθα αδιαθεσία χτες και δεν πήγα στη δουλειά
  2. (σε προφορικό λόγό) εμμηνόρροια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία