Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλάει ο κόσμος < χαλώ + κόσμος

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

χαλάει ο κόσμος

  • υπάρχει μεγάλη αναστάτωση, μεγάλη φασαρία
    Πριν βάλω το κλειδί στην ξώπορτα κοντοστάθηκα να μαντέψω τι σόι επισκέψεις είχαν οι νοικοκυραίοι μας και χαλούσε ο κόσμος. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία