Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναστρέφω < αρχαία ελληνική ἀναστρέφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναστρέφω, παθητικό αναστρέφομαι, παθητική μετοχή ανεστραμμένος

  1. αναποδογυρίζω
  2. αλλάζω πορεία και πηγαίνω προς την αντίθετη κατεύθυνση
    ... πλοίο ανέστρεψε την πορεία του και διενεργεί έρευνες
  3. ενεργώ ώστε μία κατάσταση που εξελίσσεται άσχημα να διορθωθεί, διορθώνω
    Οι ειδικοί κατάφεραν πειραματικά να αναστρέψουν την απώλεια μνήμης σε ποντίκια με Αλτσχάιμερ

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία