Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρεφοποδία < στρέφω + πόδι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρεφοποδία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία