Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκαπάνη < ελληνιστική κοινή σκαπάνη < σκάπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκαπάνη θηλυκό

  1. εργαλείο για σκάψιμο
  2. η αρχαιολογική σκαπάνη: το ανασκαφικό έργο ενός αρχαιολόγου

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία