Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταστρέφω < μετά + στρέφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταστρέφω

  1. αλλάζω τη γνώμη κάποιου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία