Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɹɪˈtɝn/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

return (en)

  1. η επιστροφή σε κάποιο μέρος
  2. η επιστροφή, αντικείμενο ή εμπόρευμα που επιστρέφεται από τον πελάτη ως ελαττωματικό
  3. το εισιτήριο μετ' επιστροφής
  4. η επιστροφή φόρου
  5. το αντίκρισμα, η ανταπόδοση
  6. (πληροφορική) ο χαρακτήρας που σημειώνει την αρχή μιας νέας γραμμής κειμένου
  7. (προγραμματισμός) εντολή σε συνάρτηση που δίνει τέλος στην εκτέλεσή της, επιστρέφοντας κάποια τιμή ή όχι στην επόμενη εντολή από αυτή που έγινε η κλήση της
    Δείτε επίσης: return value στο Βικιλεξικό και Return statement στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

  ΡήμαΕπεξεργασία

return (en)

  1. (μεταβατικό) επιστρέφω κάτι σε κάποιον
  2. (αμετάβατο) επιστρέφω, ξαναγυρίζω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • return στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια