Αγγλικά (en) Edit

  ΡήμαEdit

yield (en)

  1. παραχωρώ την προτεραιότητα
  2. υποχωρώ, ενδίδω
  3. παράγω, αποφέρω

  ΟυσιαστικόEdit

yield (en)

  1. η ποσότητα ενός παραγόμενου προϊόντος, η παραγωγή