Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δανείζομαι < παθητική φωνή του ρήματος δανείζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

δανείζομαι, πρτ.: δανειζόμουν, στ.μέλλ.: θα δανειστώ, αόρ.: δανείστηκα, μτχ.π.π.: δανεισμένος

  1. παίρνω από κάποιον ένα αντικείμενο με τη συγκατάθεσή του και με την υποχρέωση να τα επιστρέψω αργότερα
  2. παίρνω από κάποιον χρήματα με τη συγκατάθεσή του και με την υποχρέωση να τα επιστρέψω με τόκο
  3. παίρνω από κάποιον κάτι και το χρησιμοποιώ
    οι ευρωπαϊκές γλώσσες δανείστηκαν πολλές λέξεις από την ελληνική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία