Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρησιδάνειο χρησιδάνεια
γενική χρησιδανείου χρησιδανείων
αιτιατική χρησιδάνειο χρησιδάνεια
κλητική χρησιδάνειο χρησιδάνεια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρησιδάνειο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρησιδάνειο ουδέτερο

  1. πρόεκειται ουσιαστικά για μιά σύμβαση μεταξύ ενός χρήστη και ενός χρησάμενου, βάσει της οποίας ο πρώτος δανείζει τον δεύτερο δίχως αντάλλαγμα, με την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος θα επιστρέψει το αντικείμενο στον πρώτο μετά το πέρας της σύμβασης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία