Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δανειοδότηση < δανειοδοτώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δανειοδότηση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία