Ελληνικά (el) Edit

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζήτηση ζητήσεις
γενική ζήτησης
& ζητήσεως
ζητήσεων
αιτιατική ζήτηση ζητήσεις
κλητική ζήτηση ζητήσεις

  Ετυμολογία Edit

ζήτηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόEdit

ζήτηση θηλυκό

  1. (οικονομία) η ενέργεια με την οποία οι καταναλωτές ζητούν να αγοράσουν ένα προϊόν
    αντώνυμα: προσφορά
    όταν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά, τότε η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται

  ΜεταφράσειςEdit