Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζήτηση οι ζητήσεις
      γενική της ζήτησης* των ζητήσεων
    αιτιατική τη ζήτηση τις ζητήσεις
     κλητική ζήτηση ζητήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ζητήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζήτηση < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζήτη(σις) (ψάξιμο) + -ση[1] → δείτε τις λέξεις ζητώ και ζητέω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈzi.ti.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζή‐τη‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζήτηση θηλυκό

  1. (οικονομία) η συχνότητα με την οποία οι καταναλωτές ζητούν να αγοράσουν ένα προϊόν
    όταν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά, τότε η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται
     αντώνυμα: προσφορά
  2. (σπάνιο) ό,τι ζητιέται
    θα πρέπει να δώσετε την αποζημίωση σε πρώτη ζήτηση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη ζητώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία