Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αντικειμενικός αντικειμενική αντικειμενικό
γενική αντικειμενικού αντικειμενικής αντικειμενικού
αιτιατική αντικειμενικό αντικειμενική αντικειμενικό
κλητική αντικειμενικέ αντικειμενική αντικειμενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντικειμενικοί αντικειμενικές αντικειμενικά
γενική αντικειμενικών αντικειμενικών αντικειμενικών
αιτιατική αντικειμενικούς αντικειμενικές αντικειμενικά
κλητική αντικειμενικοί αντικειμενικές αντικειμενικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντικειμενικός < αντικείμενο + -ικός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική objectif

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντικειμενικός, ή, -ό

  1. που αναφέρεται στην πραγματικότητα έτσι όπως πραγματικά είναι και όχι όπως την αντιλαμβάνεται ένα υποκείμενο
    • που δεν παραποιεί τα γεγονότα ανάλογα με τις απόψεις του, αλλά τα παρουσιάζει έτσι όπως είναι πραγματικά
     αντώνυμα: υποκειμενικός
  2. (γραμματική) χαρακτηρισμός μιας γενικής που λειτουργεί ως αντικείμενο σε ένα άλλο ουσιαστικό
    στη φράση "αγορά επίπλων" η λέξη επίπλων είναι γενική αντικειμενική στο αγορά, διότι αν το τελευταίο μετατραπεί σε ρήμα, η γενική θα μετατραπεί σε αντικείμενο του ρήματος (αγοράζω έπιπλα)
  3. (γραμματική) χαρακτηρισμός σύνθετης λέξης στην οποία το ένα συνθετικό είναι αντικείμενο του άλλου

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία