↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ποιημένος η ποιημένη το ποιημένο
      γενική του ποιημένου της ποιημένης του ποιημένου
    αιτιατική τον ποιημένο την ποιημένη το ποιημένο
     κλητική ποιημένε ποιημένη ποιημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ποιημένοι οι ποιημένες τα ποιημένα
      γενική των ποιημένων των ποιημένων των ποιημένων
    αιτιατική τους ποιημένους τις ποιημένες τα ποιημένα
     κλητική ποιημένοι ποιημένες ποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ποιώ

ποιημένος, -η, -ο

  • → δείτε τη λέξη ποιώ

  Μεταφράσεις

επεξεργασία