Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποίηση οι ποιήσεις
      γενική της ποίησης
& ποιήσεως
των ποιήσεων
    αιτιατική την ποίηση τις ποιήσεις
     κλητική ποίηση ποιήσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποίηση < αρχαία ελληνική ποίησις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpi.i.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποίηση θηλυκό

  1. (τέχνη) Μορφή τέχνης γραπτού λόγου, συνήθως μη κυριολεκτικού, που εμπεριέχει μεταφορές ή έμμεσα περικλείει και άλλα νοήματα (τίποτα από αυτά δεν είναι δεδομένο ότι ισχύει πάντοτε). Στην ποίηση συχνά ο λόγος είναι λυρικός ή ιδιάζων, χωρίς αυτό να ισχύει πάντοτε. Παλιότερα (πριν το 1912) καίριο στοιχείο της ποίησης ήταν η ομοιοκαταληξία και επίσης το συλλαβικό και επιτονικό μέτρο (οι διακυμάνσεις του τονισμού), όμως ακόμα συγγράφονται ποιήματα με προμοντερνιστικά χαρακτηριστικά.
    • (παρωχημένο), (στενός ορισμός αρχαϊκού υποείδους) η λογοτεχνική γραφή σε μορφή στίχων που ακολουθούν ένα συγκεκριμένο ρυθμό ή μέτρο, σε αντιδιαστολή προς το ρέον κείμενο ή άλλα είδη γραφής -π.χ. προς το πεζογράφημα
    Η ποίηση διαφέρει από τον πεζό λόγο
  2. το δημιούργημα του ποιητή, το ποίημα, το έργο του
    Γράφει ποίηση | η ποίηση του Σεφέρη
  3. η καλλιτεχνική, μαγική, ξεχωριστή, συναισθηματικά φορτισμένη διάσταση/πτυχή καταστάσεων, η ποιητικότητα
    η ποίηση του έρωτα | η ποίηση της θάλασσας
  4. η δημιουργία, η πραγμάτωση
    η ποίηση ενός νέου κόσμου, η ποίηση μιας καλύτερης κοινωνίας
  5. (μεταφορικά) οτιδήποτε πανέμορφο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία