Δείτε επίσης: Κατηγορία:Εξτρεμαδουρική γλώσσα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα εξτρεμαδουρικά
      γενική των εξτρεμαδουρικών
    αιτιατική τα εξτρεμαδουρικά
     κλητική εξτρεμαδουρικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξτρεμαδουρικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εξτρεμαδουρικός στον πληθυντικό < Εξτρεμαδούρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξτρεμαδουρικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία