Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νορμανδικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: νορμανδικός στον πληθυντικό

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

νορμανδικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

νορμανδικά