Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουσιαστικοποιούμαι < ουσιαστικοποίηση + -ποιώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ουσιαστικοποιούμαι

  1. (για επίθετο ή άλλο μέρος του λόγου) μετατρέπομαι σε ουσιαστικό
    η λέξη «χημικός» παραμένει επίθετο στη φράση «χημικός τύπος» αλλά ουσιαστικοποιήθηκε στη φράση «έρχεται η χημικός», δηλαδή η καθηγήτρια της Χημείας

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Το ρήμα είναι εύχρηστο μόνον στο τρίτο πρόσωπο.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία