Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτούσιος < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αυτούσιος

  1. αμετάβλητος, ανέπαφος, ακέραιος.
  2. αυτός που δεν του έχει αφαιρεθεί ή που δεν έχει χάσει τίποτα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία