Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανέπαφος < αρχαία ελληνική ἀνέπαφος < ἀ- + ἐπαφή < ἐπαφάω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανέπαφος, -η, -ο

  1. που δεν τον έχουν ακουμπήσει ή δεν χρειάζεται να τον ακουμπήσουν
  2. που δεν έχει υποστεί βλάβη ή φθορές

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία