Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λιπαρός η λιπαρή το λιπαρό
      γενική του λιπαρού της λιπαρής του λιπαρού
    αιτιατική τον λιπαρό τη λιπαρή το λιπαρό
     κλητική λιπαρέ λιπαρή λιπαρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λιπαροί οι λιπαρές τα λιπαρά
      γενική των λιπαρών των λιπαρών των λιπαρών
    αιτιατική τους λιπαρούς τις λιπαρές τα λιπαρά
     κλητική λιπαροί λιπαρές λιπαρά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιπαρός < αρχαία ελληνική λιπαρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιπαρός, -ή, -ό

  1. ο περιέχων λίπος
  2. αυτός που προκαλεί την αίσθηση (οπτικά ή στην αφή ή στη γεύση) ότι περιέχει λίπος ή κάτι σαν λίπος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιπαρός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιπαρός, -ά, -όν

  1. ο περιεχων λίπος
  2. ο λαμπερός, ο ακτινοβόλος
  3. ο υγιής και νεανικός, αρυτίδιαστατος, χωρίς ψεγάδι
  4. ο πλούσιος -σε χρήμα
  5. ο άφθονος
  6. (θηλυκό) λιπαρά: η ήρεμη θάλασσα (ανάλογη χρήση με τη νεοελληνική φράση "η θάλασσα ήταν λάδι")

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • ...
  • και δείτε τη λέξη λίπα

  ΠηγέςΕπεξεργασία