Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεσκαρτάρω < ξε- + σκάρτος + -άρω < ιταλική scarto < scartare < carta < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο) < χαράσσω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰer- (χαράσσω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεσκαρτάρω, πρτ.: ξεσκάρταρα, στ.μέλλ.: θα ξεσκαρτάρω, αόρ.: ξεσκαρτάρισα, μτχ.π.π.: ξεσκαρταρισμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία