Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σκάρτος σκάρτη σκάρτο
γενική σκάρτου σκάρτης σκάρτου
αιτιατική σκάρτο σκάρτη σκάρτο
κλητική σκάρτε σκάρτη σκάρτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκάρτοι σκάρτες σκάρτα
γενική σκάρτων σκάρτων σκάρτων
αιτιατική σκάρτους σκάρτες σκάρτα
κλητική σκάρτοι σκάρτες σκάρτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκάρτος < ιταλική scarto < scartare < carta < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο) < χαράσσω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰer- (χαράσσω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκάρτος, -η, -ο

  1. (για αντικείμενο) χαλασμένος ή κακής ποιότητας, ακατάλληλος, άχρηστος
  2. (για άνθρωπο) ανέντιμος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία