Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταλαμβάνω < ελληνιστική κοινή μεταλαμβάνω (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική μεταλαμβάνω < μετά + λαμβάνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταλαμβάνω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία