Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπεριλαμβάνω < ελληνιστική κοινή συμπεριλαμβάνω < συν + περί + λαμβάνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμπεριλαμβάνω

  1. περιλαμβάνω κάτι μαζί με άλλα, περιέχω κάτι επιπλέον


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία