Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θάβω < αρχαία ελληνική θάπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

θάβω, πρτ.: έθαβα, στ.μέλλ.: θα θάψω, αόρ.: έθαψα, παθ.φωνή: θάβομαι, π.αόρ.: θάφτηκα/τάφηκα/ετάφην, μτχ.π.π.: θαμμένος

  1. τοποθετώ έναν νεκρό σε τάφο, ενταφιάζω
  2. κηδεύω, παρίσταμαι και συμμετέχω σε κηδεία
  3. σκεπάζω με χώμα κάτι που βρίσκεται στην επιφάνεια
  4. τοποθετώ κάτι μέσα στη γη και το σκεπάζω με χώμα
  5. αποκρύπτω μια είδηση
  6. καταστρέφω, προκαλώ μεγάλη ζημιά
  7. κατακρίνω, κάνω πολύ αρνητική κριτική

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

Οι παθητικοί χρόνοι από το αοριστικό θέμα ταφ- (ετάφην ή τάφηκα, θα ταφώ, έχω ταφεί) χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν τη σημασία (ενταφιάζω). Για τις άλλες σημασίες χρησιμοποιούνται παθητικοί τύποι από το θέμα θαφτ- (θάφτηκα, θα θαφτώ, έχω θαφτεί).

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία