Δείτε επίσης: κήδομαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κηδεύω από το αρχαιοελληνικό κῆδος= φροντίδα, θλίψη, πένθος και την κατάληξη -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κηδεύω φροντίζω, ενταφιάζω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία