Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική θής θῆτε θῆτες
Γενική θητός θητοῖν θητῶν
Δοτική θητί θητοῖν θησί(ν)
Αιτιατική θῆτ θῆτε θῆτᾰς
Κλητική θής θῆτε θῆτες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θής < αγνώστου ετύμου. Κατά το ετυμολογικό λεξικό του Hoffmann η λέξη είναι πιθανώς προελληνική, ενώ ο Μπαμπινιώτης εικάζει ότι είναι δάνειο σημιτικής προέλευσης.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θής αρσενικό (θηλυκό: θῆσσα / θῆττα)

  1. (ιστορία) θήτης
  2. δούλος, υποτακτικός