Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θήτης θήτες
γενική θήτη θητών
αιτιατική θήτη θήτες
κλητική θήτη θήτες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θήτης < αρχαία ελληνική θής, αγνώστου ετύμου. Κατά το ετυμολογικό λεξικό του Hoffmann η λέξη είναι πιθανώς προελληνική, ενώ ο Μπαμπινιώτης εικάζει ότι είναι δάνειο σημιτικής προέλευσης.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθi.tis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θήτης αρσενικό (συνήθως στον πληθυντικό: θήτες)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία