Δείτε επίσης: μαθητεύω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θητεύω < αρχαία ελληνική θητεύω < θής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θi.ˈtε.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

θητεύω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία