Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιγότερο < επίθετο λιγότερος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /li.ˈɣɔ.tɛ.ɾɔ/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

λιγότερο

  • συγκριτικός βαθμός του λίγο
    1. πιο λίγο, σε μικρότερο βαθμό
      Ευτυχώς, χρειάστηκε να περιμένουμε λιγότερο απ' ό,τι είχαμε υπολογίσει.
      Το άσπρο μου αρέσει λιγότερο από το μαύρο.

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία