Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποεπιτροπή < υπό + επιτροπή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποεπιτροπή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία