Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιτροπή επιτροπές
γενική επιτροπής επιτροπών
αιτιατική επιτροπή επιτροπές
κλητική επιτροπή επιτροπές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιτροπή < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιτροπή θηλυκό

  1. πολυμελές (συνήθως) διοικητικό όργανο που είτε έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες ή συγκροτείται για να μελετήσει κάτι και να προτείνει λύσεις
    η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος εκλέγεται από το συνέδριο
    η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
    λέγεται ότι αν θέλεις να αναβάλεις κάτι, προτείνεις τη σύσταση μιας επιτροπής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία