Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

commission (en)

  1. αποστολή (που πρέπει κάποιος να φέρει σε πέρας)
  2. στρατιωτική θέση που ανατίθεται σε αξιωματικό
  1. συνώνυμα: committee
  2. προμήθεια (σε διαμεσολαβητές)
    συνώνυμα: brokerage
  3. διάπραξη (πχ ενός εγκλήματος)
    συνώνυμα: perpetration

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

commission 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
commission commissions

commission (fr) θηλυκό

  1. επιτροπή
  2. προμήθεια (σε διαμεσολαβητές)
  3. μήνυμα, αποστολή
  4. μίζα
    il lui a fait la commission - του πέρασε το μήνυμα