Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέλημα θελήματα
γενική θελήματος θελημάτων
αιτιατική θέλημα θελήματα
κλητική θέλημα θελήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέλημα < αρχαία ελληνική θέλημα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθɛ.li.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέλημα ουδέτερο

  1. η βούληση, ιδιαίτερα όταν έχει να κάνει με το θεό
    ήτανε θέλημα θεού η Ντόλυ να τον μπλέξει
    γεννηθήτω το θέλημά σου
  2. μικρή εργασία ή αποστολή που εκτελείται για λογαριασμό άλλου
    ο παππούς τον έστελνε για θελήματα και όταν γύριζε τον φίλευε λουκούμι
  3. εργασία που εκτελεί ο παραγγελιοδόχος με αμοιβή (χρηματική ή σε είδος)
    στο χωριό είχαμε παραγγελιοδόχο για τα θελήματα, στις μέρες μας υπάρχουν εξειδικευμένες εταιρείες

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία