Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποτροπή οι υποτροπές
      γενική της υποτροπής των υποτροπών
    αιτιατική την υποτροπή τις υποτροπές
     κλητική υποτροπή υποτροπές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποτροπή < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποτροπή θηλυκό

  1. η επανεμφάνιση δυσάρεστων καταστάσεων μετά από μια περίοδο βελτίωσης, π.χ
    • συμπτωμάτων μιας ασθένειας
    • κατάχρησης ουσιών
    • εγκληματικής συμπεριφοράς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία