Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Άτροπος < αρχαία ελληνική Ἄτροπος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Άτροπος θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία