Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μυθολογία οι μυθολογίες
      γενική της μυθολογίας των μυθολογιών
    αιτιατική τη μυθολογία τις μυθολογίες
     κλητική μυθολογία μυθολογίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυθολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική mythologie, μύθ(ος) + -ο- + -λογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μυθολογία θηλυκό

  • ιστορίες βασισμένες στην παράδοση και τον θρύλο προορισμένες αρχικά να ερμηνεύσουν το πώς ξεκίνησε η δημιουργία σε κοσμικό και τοπικό επίπεδο με μύθους της δημιουργίας ή ιδρυτικούς μύθους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη μύθος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία