Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυθολογία μυθολογίες
γενική μυθολογίας μυθολογιών
αιτιατική μυθολογία μυθολογίες
κλητική μυθολογία μυθολογίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυθολογία < μύθος + λόγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μυθολογία θηλυκό

  1. γενικά ιστορίες βασισμένες στην παράδοση και τον θρύλο προορισμένες αρχικά να ερμηνεύσουν το πώς ξεκίνησε η δημιουργία σε κοσμικό και τοπικό επίπεδο με μύθους της δημιουργίας ή ιδρυτικούς μύθους

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία