Δείτε επίσης: υπότροφος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπότροπος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπότροπος

  • που παρουσιάζει υποτροπή, που διαπράττει ξανά παράνομη πράξη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία