Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τεχνοτροπία οι τεχνοτροπίες
      γενική της τεχνοτροπίας των τεχνοτροπιών
    αιτιατική την τεχνοτροπία τις τεχνοτροπίες
     κλητική τεχνοτροπία τεχνοτροπίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεχνοτροπία < τέχνη + -ο- + τρόπος + -ία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tε.xno.tro.'pi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεχνοτροπία θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία