Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ορθοτροπισμός οι ορθοτροπισμοί
      γενική του ορθοτροπισμού των ορθοτροπισμών
    αιτιατική τον ορθοτροπισμό τους ορθοτροπισμούς
     κλητική ορθοτροπισμέ ορθοτροπισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορθοτροπισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορθοτροπισμός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία