Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοοτροπία νοοτροπίες
γενική νοοτροπίας νοοτροπιών
αιτιατική νοοτροπία νοοτροπίες
κλητική νοοτροπία νοοτροπίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νοοτροπία < σύνθετη λέξη/΄νοός + τρόπος, τρόπος του νου, ο τρόπος που λειτουργεί το μυαλό του κάθε ανθρώπου, τρόπος σκέψης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νοοτροπία θηλυκό

  • ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός λαού· το σύνολο των πεποιθήσεων, των φόβων, των προκαταλήψεων που τελικά καθορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων ή των ομάδων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία