Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τροπόσφαιρα τροπόσφαιρες
γενική τροπόσφαιρας τροποσφαιρών
αιτιατική τροπόσφαιρα τροπόσφαιρες
κλητική τροπόσφαιρα τροπόσφαιρες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροπόσφαιρα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τροπόσφαιρα θηλυκό

  1. η πρώτη ζώνη της ατμόσφαιρας που εκτείνεται μέχρι το ύψος περίπου των 10 χλμ από την επιφάνεια της γης· μέσα σε αυτήν συμβαίνουν όλα τα καιρικά φαινόμενα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία