Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύτροπος < αρχαία ελληνική πολύτροπος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολύτροπος

  1. ο κατά πολλούς τρόπους
  2. ο εύστροφος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • αμφίτροπος (αυτός που δύναται να προσεγγιστεί [συνήθως] με δύο τρόπους, πχ δακτυλισμός, επίλυση κτλ.)

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύτροπος < πολύς + τρέπω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολύτροπος, -ος, -ον
  1. αυτός που τρέπεται σε πολλά μέρη, ή στρέφεται σε πολλές διευθύνσεις
  2. ο πολυπλάνητος, ο πολυγυρισμένος
  3. ο κατά νου εύστροφος, ο δόλιος, ο πανούργος, ο ευμετάβλητος
  4. ο ποικίλος, ο πολλαπλούς

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία