Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἄδικος τὸ ἄδικον
      γενική τοῦ/τῆς ἀδίκου τοῦ ἀδίκου
      δοτική τῷ/τῇ ἀδίκ τῷ ἀδίκ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἄδικον τὸ ἄδικον
     κλητική ! ἄδικε ἄδικον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἄδικοι τὰ ἄδικ
      γενική τῶν ἀδίκων τῶν ἀδίκων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀδίκοις τοῖς ἀδίκοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀδίκους τὰ ἄδικ
     κλητική ! ἄδικοι ἄδικ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀδίκω τὼ ἀδίκω
      γεν-δοτ τοῖν ἀδίκοιν τοῖν ἀδίκοιν
2η κλίση, ομάδα 'δύσκολος', Κατηγορία όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄδικος < ἄ- στερητικό + δίκ(η) + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἄδικος, -ος, -ον, συγκριτικός: ἀδικώτερος, υπερθετικός:  ἀδικώτατος

  1. που αδικεί
  2. που είναι άδικος, κάτι που δεν είναι δίκαιο
  3. απείθαρχος (για άλογα κ.λπ.)
  4. βλαβερός

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ἄδικος ἡμέρα : η μέρα κατά την οποία έχουν αργία τα δικαστήρια
  • ἄδικος πλοῦτος : περιουσία που αποκτήθηκε με άδικα μέσα
  • ἄδικος λόγος :
  • ἀδίκων χειρῶν ἄρχω : αρχίζω πρώτος κάτι αρνητικό (καβγά, διαφωνία, αδικία)
  • δίκαν ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ : θέλω να βρω το δίκιο μου (το δίκαιο στην αδικία που μου έκαναν)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία