Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αργία οι αργίες
      γενική της αργίας των αργιών
    αιτιατική την αργία τις αργίες
     κλητική αργία αργίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αργία < αρχαία ελληνική ἀργός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αργία θηλυκό

  1. ο χρόνος κατά τον οποίο διακόπτεται η εργασία κυρίως εξαιτίας κάποιας γιορτής ή ενός σημαντικού γεγονότος
    η Πρωτομαγιά είναι μέρα αργίας για τους εργαζόμενους
  2. η έλλειψη εργασίας ή απασχόλησης
    εξαιτίας της ανεργίας πολλοί εργάτες είναι καταδικασμένοι σε αναγκαστική αργία
  3. η πειθαρχική ποινή παύσης εργασίας, που επιβάλλεται σε δημόσιους υπαλλήλους, στρατιωτικούς και κληρικούς για κάποιο παράπτωμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αργία μήτηρ πάσης κακίας: από την απραξία και την τεμπελιά προέρχονται πολλά δεινά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

1

2

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία