Δείτε επίσης: σχολή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σχόλη οι σχόλες
      γενική της σχόλης
    αιτιατική τη σχόλη τις σχόλες
     κλητική σχόλη σχόλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχόλη < μεσαιωνική ελληνική σχόλη[1] με αλλαγή του τονισμού για διαφοροποίηση από την σχολή < αρχαία ελληνική σχολή (σχολάζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχόλη θηλυκό

  1. ημέρα αργίας, αργία
    στη δικιά μας τη δουλειά δεν υπάρχουν καθημερνές και σχόλες

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία